• Angela Terzi

Σε τι διαφέρει το απλό ημερολόγιο από τη θεραπευτική γραφή;


Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που υιοθετούν στην εφηβεία τους - και καμιά φορά επεκτείνεται και σε μεταγενέστερα αναπτυξιακά στάδια – τη συνήθεια να διατηρούν ένα ημερολόγιο, όπου καταγράφουν τα γεγονότα της ημέρας, καθώς και τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Πώς όμως αυτό διαφέρει από τη θεραπευτική γραφή; Δεν θα μπορούσε οποιοσδήποτε να χρησιμοποιεί τη θεραπευτική γραφή μόνος του στο σπίτι του;


Η απάντηση αρχικά έρχεται από τον ίδιο τον ορισμό της θεραπευτικής γραφής, που σύμφωνα με το «The Center for Journal Therapy», η θεραπεία μέσω του γραψίματος (journal therapy) ορίζεται ως η σκόπιμη και εκ προθέσεως χρήση της ανατροφοδότησης του γραψίματος για περαιτέρω ψυχική, σωματική, συναισθηματική και πνευματική υγεία και ευεξία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και ένα αποτελεσματικό μέσο για την εστίαση και την απόκτηση σαφήνειας σε θέματα, ανησυχίες, συγκρούσεις και συγχύσεις, που αντιμετωπίζει το άτομο (The Center for Journal Therapy, 2004, παρατίθεται από την Thompson, 2011).


Συνεπώς, και επιχειρώντας να βάλουμε σε μία σειρά σε τί διαφέρει το απλό ημερολόγιο από τη θεραπευτική γραφή, έχουμε τα εξής:


1. Η θεραπευτική γραφή έχει ένα συγκεκριμένο σκοπό.


Σε αντίθεση με το απλό ημερολόγιο, η θεραπευτική γραφή δεν είναι μία απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά το άτομο θέτει από κοινού με το θεραπευτή ένα συγκεκριμένο στόχο, ένα θέμα που θέλει να εξερευνήσει, ένα ζήτημα που θέλει να επεξεργαστεί, μία εμπειρία που θέλει να νοηματοδοτήσει, και ο θεραπευτής προτείνει ασκήσεις γραψίματος προς αυτή την κατεύθυνση. Έρευνες έχουν δείξει ότι το τελείως ελεύθερο γράψιμο δεν βοηθάει, αντίθετα μπορεί και να μπερδεύει ή να υπερφορτώνει το άτομο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να επιλέγεται η κατάλληλη άσκηση ανάλογα με το σκοπό, ενώ έχει φανεί ιδιαίτερα βοηθητικό οι αρχικές ασκήσεις να επικεντρώνονται στο εδώ και τώρα και στις θετικές πλευρές της εμπειρίας.


2. Η θεραπευτική γραφή έχει συγκεκριμένη δομή.


Οι πρώτες ασκήσεις που δίνονται πρέπει να είναι μικρές και σύντομες. Στη θεραπευτική γραφή οι ασκήσεις ξεκινούν από πολύ δομημένες και καταλήγουν σταδιακά σε λιγότερο δομημένες, γεγονός που επιτρέπει στους συμμετέχοντες να αναγνωρίσουν τα όρια και τις ανάγκες τους και να αναπτύξουν την εσωτερική δομή τους. Σύμφωνα με την Adams (1999), η δομή περιγράφει την εσωτερική ή εγγενή θεμελίωση, μορφή, τάξη ή αλληλουχία των ασκήσεων που είναι διαθέσιμες σε μία συγκεκριμένη τεχνική γραψίματος. Το ελεύθερο γράψιμο, που συνήθως είναι αυτό από το οποίο ξεκινάνε οι περισσότεροι, στην πραγματικότητα πρέπει να είναι το τελευταίο στάδιο.


3. Η θεραπευτική γραφή έχει ένα ρυθμό.


Κάθε βήμα προς τον τελικό προορισμό θα πρέπει να διαδέχεται το επόμενο με τέτοιο ρυθμό ώστε ο συμμετέχων να μπορεί να το διαχειριστεί και να το επεξεργαστεί. Φαίνεται ότι είναι πολύ βοηθητικό να υπάρχουν ακόμα και διαλείμματα από νέες ασκήσεις, επιστρέφοντας σε κάποιες παλιές αγαπημένες που στο παρελθόν είχαν βοηθήσει πολύ τον συμμετέχοντα. Σε κάθε περίπτωση, η αυτοπεποίθηση στο γράψιμο και η δυνατότητα μεγαλύτερης εμβάθυνσης και έκφρασης, μπορεί να χτιστεί από μικρές δομημένες ασκήσεις. Η επιλογή του σωστού ρυθμού έχει να κάνει και με το πόσο σταδιακά το άτομο θα εμβαθύνει στην εμπειρία του, προκειμένου να μην φορτιστεί υπερβολικά συναισθηματικά γράφοντας για ένα θέμα που δεν είναι έτοιμο να επεξεργαστεί σε τέτοιο βάθος. Η Adams (1999) υποστηρίζει ότι ο ρυθμός περιγράφει την κίνηση και το χρονοδιάγραμμα μίας τεχνικής γραψίματος.


4. Η θεραπευτική γραφή διατηρεί τους απαραίτητους περιορισμούς.


Οι περιορισμοί που θα πρέπει να υπάρχουν αφορούν τα όρια του εαυτού και του συναισθήματος και παρέχονται μέσω του τετραδίου, των σελίδων και του σεβασμού της ιδιωτικότητας. Το τετράδιο χρησιμοποιείται ή τοποθετείται στην άκρη όταν αυτό είναι απαραίτητο, δίνοντας τη δυνατότητα να οριοθετηθεί η εμπειρία του γραψίματος. Οι άκρες της σελίδας του τετραδίου παρέχουν τα όρια μέσα στα οποία θα αναπτυχθεί το γράψιμο.


5. Η θεραπευτική γραφή συνοδεύεται από την ανατροφοδότηση του γραπτού.


Σε αντίθεση με το απλό ημερολόγιο, που συνήθως ο γράφων δεν ξέρει τί να το κάνει μετά, η θεραπευτική γραφή περιλαμβάνει το απαραίτητο στάδιο της ανατροφοδότησης των γραπτών. Στην ανατροφοδότηση το άτομο διαβάζει αυτά που έχει γράψει και στη συνέχεια γράφει μερικές προτάσεις ή φράσεις, προκειμένου να εμβαθύνει και να αντανακλάσει σε αυτά. Έχουν προταθεί συγκεκριμένοι τύποι ανατροφοδοτικών προτάσεων από την Thompson (2011) και την Adams (1999), που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους θεραπευτές και τους συμμετέχοντες. Τα συναισθήματα μπορεί να έχουν εκφραστεί ήδη μες το γραπτό ή μπορεί να γίνουν αντιληπτά κατά τη διαδικασία της ανατροφοδότησης. Σε κάθε περίπτωση, η ανατροφοδότηση των γραπτών εμβαθύνει την αυτογνωσία, την ανάπτυξη του εαυτού και αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για θεραπεία, πέρα και από το αρχικό γράψιμο, καθώς φέρνει στην επιφάνεια κρυμμένα και πολύ σημαντικά θέματα.


6. Η θεραπευτική γραφή έχει συγκεκριμένο πλαίσιο.


Η θεραπευτική γραφή χρειάζεται τη συμβολή ενός ειδικού ψυχικής υγείας, ειδικευμένου σε αυτή τη μορφή θεραπείας, ο οποίος θα μπορεί να δίνει συγκεκριμένες τεχνικές και ασκήσεις γραψίματος, ανάλογα με το σκοπό που έχει τεθεί από το άτομο. Ταυτόχρονα, θα μπορεί να είναι εκεί για να υποστηρίζει, να συντροφεύει, να βοηθάει, να αποφορτίζει, να συμβουλεύει και να ρίχνει το δικό του φως στη διαδρομή του ταξιδιού προς την εμβάθυνση και την επούλωση, τη θεραπεία και την ανακάλυψη του εαυτού, την ανάπτυξη και τη νοηματοδότηση του κόσμου. Παράλληλα, όλη αυτή η εμπειρία μεγεθύνεται και πολλαπλασιάζεται όταν πλασιώνεται από μία ομάδα θεραπευτικής γραφής, όπου τα μέλη ακούν τις ιστορίες των άλλων και ανακαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από το μοίρασμα του γραπτού και, πολύ περισσότερο, το μοίρασμα της ίδιας της ζωής.



Επομένως, το θεραπευτικό γράψιμο συνεπάγεται τη συνειδητή πρόθεση και τη σκόπιμη προσπάθεια να γράφει κανείς με τρόπους που θα παράγουν αλλαγή, επούλωση και ανάπτυξη. Πρόκειται για μία ανατροφόδηση (σκέψης, προβληματισμού, εξερεύνησης) και μια πρακτική αντανάκλασης (ενσωμάτωση και χρήση της συνειδητοποίησης που αποκτάται από την ανατροφοδότηση), η οποία μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη μεγαλύτερης κατανόησης του εαυτού και του κόσμου και του εαυτού μέσα στον κόσμο, προσφέροντας έναν τρόπο να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, τις σχέσεις μας και το γενικότερο πλαίσιο μέσα από το γράψιμο (Thompson, 2011).



Άντζελα Τερζή

Ψυχολόγος, Συστημική-Οικογενειακή Σύμβουλος

Ειδίκευση στη Θεραπευτική Γραφή




Βιβλιογραφία:


Adams, K. (1999). Writing as therapy. Counseling & Human Development. Denver: Love Publishing.

Adams, K. (2011). The Journal Ladder: A Developmental Continuum of Journal Therapy. Center for Journal Therapy. Invited paper presented at the 1st International Conference on Humanities Therapies, Sept. 2009, Kangwon National University, Chuncheon, South Korea.

Thompson, K. (2011). Therapeutic Journal Writing: An Introduction for Professionals. London and Philadelphia: Jessica Kingsley Publishers.

Διδαγγέλου, Δ. (2018). Η ανατροφοδότηση των γραπτών. Ινστιτούτο Ψυχικής Έκφρασης.

165 views0 comments